ρόφηση

η / ῥόφησις, -ήσεως, ΝΑ [ῥοφῶ]
νεοελλ.
1. η ενέργεια τού ροφώ, το ρούφηγμα
2. χημ. η συγκέντρωση στην επιφάνεια ή σε ολόκληρη τη μάζα ενός στερεού σώματος ξένων προς αυτό μορίων ή ιόντων
αρχ.
η σίτιση με χυλώδη, πολτώδη τροφή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥοφήσῃ — ῥοφήσηι , ῥόφησις supping up fem dat sg (epic) ῥοφάω sup greedily up aor subj mid 2nd sg (attic ionic) ῥοφάω sup greedily up aor subj act 3rd sg (attic ionic) ῥοφάω sup greedily up fut ind mid 2nd sg (attic ionic) ῥοφέω sup greedily up aor subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χημορρόφηση — η, Ν χημ. η χημική ρόφηση. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. αγγλ. chemisorption < chemi (< χημει[ο] *) + sorption «ρόφηση»] …   Dictionary of Greek

  • λάψις — λάψις, ἡ (Α) [λάπτω] η ρόφηση, το ρούφηγμα …   Dictionary of Greek

  • πτισανορρυφίη — ἡ, Α η ρόφηση πτισάνης. [ΕΤΥΜΟΛ. < πτισάνη + ρρυφίη (< ῥυφῶ, ιων. τ. τού ῥοφῶ)] …   Dictionary of Greek

  • ρούφηγμα — το, Ν [ρουφώ] η ρόφηση, το να ρουφά κανείς κάτι …   Dictionary of Greek

  • σπάσις — εως, ἡ, Α [σπάω/σπῶ] 1. ανέλκυση, τράβηγμα 2. εισρόφηση, ρόφηση προς τα μέσα …   Dictionary of Greek

  • φυσικός — ή, ό / φυσικός, ή, όν, ΝΜΑ, θηλ. και ός Ν [φύσις] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φύση ή αυτός που προέρχεται από τη φύση, εγγενής (α. «φυσικά χαρίσματα» β. «πάλιν δὲ ἐρωτώμενος, ἡ ἀνδρεία πότερον εἴη διδακτὸν ἤ φυσικόν», Ξεν.) 2. αυτός που… …   Dictionary of Greek

  • χημικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη χημεία («χημική βιομηχανία») 2. (το αρσ. ή το θηλ. ως ουσ.) ο, η χημικός επιστήμονας ειδικευμένος στη χημεία 3. φρ. α) «χημική ανάλυση·» χημ. i) τομέας τής χημείας που ασχολείται κυρίως με τις μεθόδους …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.